Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Απελλού 8

Σε πολυκατοικίες γκρίζες του πενήντα,
τα παιδικά σου χνάρια όταν ψάχνεις,
μόνο χαλάσματα θα βρεις να σε πλακώσουν.
Είναι κατάρα αλλού να ζείς κι΄αλλού να υπάρχεις.

Αγγίζεις τοίχους, και θαρρείς θα ξαναζήσεις,
γέλια και κλάματα ενός κόσμου πιά χαμένου.
Και μοιάζει ευλογία η μυρωδιά εκείνη της κλεισούρας.
(Σαν θυμιατό πάνω από κλίνη πεθαμένου).

Πόρτα κλειστή, του κάτω κόσμου μονοπάτι.
Πίσω της χρόνια και ψυχές που έχουν φύγει.
Θλίψη.Αιώνια.Αιώνια σαν τρέλα.
Γίνεται σάβανο λευκό και σε τυλίγει.

Ρούχα απλωμένα στην πλακόστρωτη ταράτσα, 
μαύρα πανιά στου γυρισμού σου το καράβι.
Λόγια ασυνάρτητα.Τα έχεις πιά χαμένα.
Ποιός θα πονέσει τάχα, ποιός θα καταλάβει...